ΤΟ ΓΑΪΤΑΝΑΚΙ

1888508_10202497355948710_166745874_n

Μέρες που είναι και είπαμε να ανοίξουμε τα σκονισμένα σεντούκια με τις μνήμες και να θυμηθούμε τα αποκριάτικα έθιμα της παλιάς Άρτας. Ψάχνοντας, λοιπόν, ήταν σαν να διαβάζαμε για μια άλλη πόλη, γεμάτη ζωή, δράση, πρωτοτυπία και φαντασία. Σήμερα ; Σήμερα θέλουμε να κάνουμε και κάνουμε απλώς ένα καρναβάλι , σαν όλα τα άλλα. Πανομοιότυπα.
Τότε , λοιπόν, όλη η πόλη , από καιρό πριν, ετοιμαζόταν για τις Απόκριες. Οι γειτονιές και οι παρέες οργάνωναν τον Πανάρατο, τις Επτά Δυνάμεις, τους μπαντίδους , τα κομιτάτα, το γαϊτανάκι, την γκαμήλα, τους βλαμάδες, τον ξυλοπόδαρο, την αρκούδα, τη μαϊμού και άλλα ακόμη, εμπνευσμένα από την εποχή και τους ανθρώπους της. Ήδη από τα χρόνια του Κάρολου Τόκου στα 1407 οι Αρτινοί εξασφάλισαν την άδεια να ντύνονται «γιατρούδες» και να φοράνε προσωπίδα τις μέρες της Αποκριάς ( « θα γίνουμε γιατρούδες, θα γίνουμε γιατροί, την καθαρή Δευτέρα θα φάμε πιταστή »), προνόμιο που κράτησαν και στην Τουρκοκρατία , αφού τους επιτρεπόταν « ίνα πανδήμως ενδύωνται εν ταις δυσίν εβδομάσι της Απόκρεω και της Τυρινής προσωπίδας και ευωχώνται δια μουσικών οργάνων, εκτελώσι δε τους εαυτών γάμους και τας πανηγύρεις μετά πάσης ελευθερίας και διασκεδάσεως ». ( Σ’ αυτά τα χρόνια κυκλοφόρησε και το δίστιχο :
Δεν τους γ… τη μάνα, των κερατάδωνε,
θέλουν να μας βαρέσουν και πάλι σκιάζονται )
Μόλις άρχιζε το τριώδιο, όλη η Άρτα σηκωνόταν στο πόδι. Η Παργιορίτσα, οι Ταμπακιάδες, η Αγιά Σοφιά, το Τουρκοπάζαρο, ο Μουχούστης αντηχούσαν από τα όργανα και τα τραγούδια. Το κρασί, το ούζο και το τσίπουρο κυλούσαν άφθονα. Και παντού μασκαρεμένοι. Τα σπίτια ήταν ανοιχτά για να καλοδέχονται τους μασκαράδες, οι νοικοκυρές τους κερνούσαν πίτες και μπόλικο κρασί από το μαστραπά. Στις γειτονιές ετοιμάζονταν όλοι. Στην Άι – Σωτήρα για τον Πανάρατο, στην Άιδήτρια ( Οδηγήτρια ) για την γκαμήλα, στην Παργιορίτσα για το Γαϊτανάκι. Βλέπετε τα ο Σάββατο της Αποκριάς και το Σάββατο της Τυρινής έβγαινε το Αρτινό Γαϊτανάκι , ενώ έρχονταν και άλλα από τα γύρω χωριά ( Πέτα, Χαλκιάδες, Κομπότι, Γραμμενίτσα, Κωστακιοί ) με ζυγιές και με βιολιά. Το Αρτινό ( όχι να το παινευτούμε, αλλά ήταν το καλύτερο ) έβγαινε και την Κυριακή το πρωί στην αγορά και στις γειτονιές.
Μπροστά- μπροστά πήγαινε η Γκαμήλα: ένα σκελετωμένο κεφάλι αλόγου κρεμασμένο και δεμένο σ’ έναν πάσαλο, με μια τάβλα δυό μέτρα μήκος στηριγμένη στην πλάτη δύο ανδρών, σκεπασμένη με μια κουβέρτα και στην άκρη της μια αλογίσια ή μια μοσχαρίσια ουρά. Ο ένας που ήταν μπροστά κράταγε τον πάσαλο και αυτός που ήταν πίσω κλωτσούσε τα παιδιά που τον τσιμπούσαν ή τον έσπρωχναν. Ο Γκαμηλιέρης , γανωμένος και με προβιά στο κεφάλι χτυπούσε το ντέφι και η γκαμήλα χοροπηδούσε.
Άντρες ντυμένοι γενίτσαροι ( φουστανέλα κάτασπρη, φέσι μαύρο από ατλάζι, γιλέκο από ακριβή τσόχα, κεντημένο, τσαρούχια από κόκκινο ταλατίνι με μαύρη φούντα, φορώντας προσωπίδες ) και νύφες ( με καλά ρούχα και ένας από αυτούς ντυμένος νύφη) και ένα παιδί που κρατούσε ένα ξύλο ψηλό, που πάνω του ήταν γραμμένο το όνομα του χωριού, ενώ από την κορυφή του κρέμονταν φανταχτερές χρωματιστές κορδέλες, που τις κρατούσαν εναλλάξ ένας γενίτσαρος και μια νύφη έβγαιναν στους δρόμους. Χορεύοντας έπλεκαν τις κορδέλες και τις ξέπλεκαν. Το πλέξιμο γινόταν με διάφορα τραγούδια σε αργό ρυθμό , ενώ στο ξέπλεγμα με γρήγορα και εύθυμα όπως « και στα σκαλώματά σου- κόκοτε Μαριγώ ».
Μαζί με τους γενίτσαρους και τις νύφες, εμφανιζόταν και ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών, ο Αράπης, φορώντας τραγίσια προβιά, με βούρδουλα στο χέρι και μαύρη τρομακτική προσωπίδα, μια και συμβόλιζε τον τούρκο κατακτητή, τον αιμοβόρο.
Το Γαϊτανάκι ξεκινούσε από το Μουχούστη και διέσχιζε όλο τον κεντρικό δρόμο και τις γειτονιές, με πολλές στάσεις για να γίνουν διάφορα δρώμενα, να χορέψουν και να παρασύρουν στο χορό τους θεατές. ( κι αυτοί άλλο που δεν ήθελαν ).
« Πώς το τρίβουν το πιπέρι, η γκαστρωμένη νύφη και ο χορός της, έλα βρε Χαραλάμπη, ο χορός των Εβραίων
( Τρεις Μουσέ κι αμάν , αμάν, αμάν,
τρεις Μουσέδες κι ο Γιακός
Τρεις Μουσέδες κι ο Γιακός
ήταν κι ο Νταβή Χαρός
Επαντρέ κι αμάν, αμάν, αμάν
επαντρέψαν τη Ρεφχά
επαντρέψαν τη Ρεφχά
και της δώσαν το Μοσλά » )
και στο τέλος τα μαλώματα των βιολιτζήδων για να μπλεχτούν οι κορδέλες και να μείνουν μπερδεμένες μέχρι την επόμενη χρονιά.
Και δώστου χορός και γέλια. Μια πόλη ολόκληρη που συμμετείχε με την ψυχή της και συν- διασκέδαζε. Οι δρόμοι, τα παράθυρα και τα μπαλκόνια γεμάτα κόσμο , στολισμένα με γιρλάντες, σερπαντίνες, προσωπίδες ( μπαούτες ). Και από το μεσημέρι και μετά τη σκυτάλη την έπαιρναν τα άρματα – κομιτάτα.
Ο Μ/Φ Σύλλογος « ΣΚΟΥΦΑΣ » από τους πρώτους και καλύτερους σε όλο αυτό το ξεφάντωμα, συνεχίζει να πρωτοστατεί στη δημιουργική αναβίωση των αποκριάτικων εθίμων της παλιάς Άρτας. Από το 1978 ξαναέβγαλε το Γαϊτανάκι στους δρόμους της πόλης μας και από τότε πιστός στο ραντεβού του κάθε χρόνο το Σάββατο της Τυρινής τυλίγει και ξετυλίγει τις κορδέλες του.
Έτσι για να θυμόμαστε.
Από το Δ.Σ. του
Μ/Φ Συλλόγου « ΣΚΟΥΦΑΣ